Top Definition
A pannywaist is guy who isn't acting manly. Also a pansy, wuss, pussy, or tool just to name a few. Someone who pusses out.
"Ben just told me he misses me....what a pannywaist."

"The pannywaist didn't catch the ball because he was scared of being hit."

"Scott is a pannywaist. He ran from a small dog."

από Nick DO 26 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×