Top Definition
adj. of or related to the behavior of someone who has got their panties in a wad
"Story deleted at author's pantiwadulous request." - A certain editor from
από MrBlackCat 23 Ιούλιος 2008
5 Words related to pantiwadulous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.