Top Definition
A street term for Paracetamols. Also known as 'cets'.
Me and Jamie were buzzin' on paracets yesterday.
από Peter123456789 21 Οκτώβριος 2005
5 Words related to paracets

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×