Top Definition
1. having the nature of a paradox; self-contradictory.

2. Medicine/Medical . not being the normal or usual kind:

Sometimes, par·a·dox·al.
Stimulants are a paradoxical, albeit effective, medication used for certain forms of hyperactivity.
από Bobby Joe Parker 9 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.