Top Definition
A civil ceremony; a gay marriage not legally recognized in most US states. "Psuedo-marriage."
Chris and Jim got parried last year; unfortunately, America doesn't give their parriage any legal benefits.
από CR123 8 Δεκέμβριος 2007
6 Words related to parriage

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.