Top Definition
- adjective
1. Something that's particularly ridiculous.
2. Extremely ridiculous.
That fact that US solders can give their lives for their country at age 18, but are not legally allowed to drink alcohol is utterly particulous.
#ridiculous #absurd #preposterous #nonsensical #ludicrous #funny #droll #comical #farcical #completely #absolutely #entirely
από Rod A. 12 Οκτώβριος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×