colored skinny jeans
Imma go there wearing my orange pastells.
από gotnewwords 28 Οκτώβριος 2010

1 Word Related to pastells

1.From the verb to Pastell (Pastellare):
To fuck.
To give immense pleasure.

Caronts:"Dude I wanna pastell that sweet pussy till it breaks!"

Aj:"My girl kept talkin and talkin, so I pastelled her fuck up!"

"I pastelled her ass so hard, she dumped in her panties till her cunt soaked!"
από Caronts&Aj 22 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×