Top Definition
1. to repay someone sexually
2. sexcapades
3. any sexual act with an unknown person
I didn't have any money so I just payed the cab driver.

This weekend I payed the cab driver with a random guy on the street.

Last night I was paying the cab driver when my boyfriend walked in.
από natsimvia 1 Μάρτιος 2009
6 Words related to paying the cab driver

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.