Top Definition
Generally refering to someone with very small testicles.

- A ignorant, impotent or weak minded/willed/hearted.

- A weakling.
" You're such a Peanard, Frank "

" Oi! Lookit' them Peanards "
από blahbity 14 Ιούνιος 2004
6 Words related to peanard

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×