to roll a joint or a blunt with great perfection.
man look at this blunt, i pearled this!
από yaaaa 30 Ιούλιος 2007
the act of being pearled refers to the act of a guy cumming on the neck or lower leck of a girl. Being "pearled" usually happens after the action of titfucking.
After she squeezed her big tits around his hard cock and he titfucked her, he pearled her.
από Me 14 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×