Top Definition
Person who makes their mother do everything.
Wow, i feel bad for that mom, she's got a house full of pearlstones.
από Pony15 10 Ιανουάριος 2008
5 Words related to pearlstone

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.