Top Definition
Pee-an-ic: a sudden overwhelming fear, with or without cause, that produces hysterical or irrational behavior, as well as involuntary urination.
The thought of my impending I.R.S. audit caused me to peeanic.
από biffbangpow 12 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×