Top Definition
An erection aquired only because you need to pee. Often occurs in the morning when you wake up. (see morning wood)
During the very long car trip i had to go so bad i got a pee-cock
από dakingwuzhere 28 Μάρτιος 2009
A cock peeing or a cock that needs to pee real bad.
If you choke your chicken when you're about to pee, then you're choking your peecock.
από Tin Kle 12 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×