Top Definition
An extraordinary genius characterized by a jew fro and the use of excessively scientific words such as ordinarily and essentially.
That new kid in my English class is such a peiskee
από Zealot 26 Απρίλιος 2007
5 Words related to peiskee

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×