going on the internet when you shouldn't be
The teacher decided to pekor instead of teaching his class
από wittles 19 Σεπτέμβριος 2008
Top Definition
the act of checking one's email when you totally really shouldnt be

Jordan totally got caught pekoring in physics class last period.
από treasurehuntaz1 16 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.