Top Definition
a completely false word created in the bowels of a college library in the wee hours to describe the permeating manner in which certain obsessions manifest themselves. often used to describe uncontrollable emotional responses or relationships.
"Oscar Wilde's relationship with Lord Alfred Douglas perfumitizes 'De Profundis.'"
από princeeee 8 Απρίλιος 2008
5 Words related to perfumitizes

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.