Top Definition
1) to look for something while taking a piss

2) to look for in a professionally unreasonable manner
ex: I generally perseek the urinal cake with my piss

ex: I am perseeking the jello in the fridge because he hid it.
από Patsav 27 Ιούνιος 2008
5 Words related to perseek

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.