Top Definition
Meaning: The very sly, clever or sneaky actions that are emplimented to unmask scandals or catch people in lies.

Also can mean 'very intriguing' or 'very interesting' yet scandalous.
The whole situation seems very persnockative.

How persnockative of you!

The persnockative reporter got all the 'dirt' on the politician.
από ziggyrezidoo 27 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.