Top Definition
girls who will give blowjobs, handjobs, and will be fingered and eaten-out just for the "experience"
Liv was perushliving with Emitt at the galleria on the bathroom floor.

από Suckaaaaa 22 Ιανουάριος 2007
7 Words related to perushliving

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.