Top Definition
1. Spanish word meaning fart.
2. To expel gas from the anal cavity.
3. flatulence
1. Who made the petho?
2. That hard boiled egg smells like petho.
από Mulletino 17 Απρίλιος 2008
1. To be intoxicated from drinking too much beer. Most likely Schlitz.
2. Spanish slang for intoxicated.
3. drunk
1. Look at your uncle Joe, he's still petho from last night.
από Mulletino 17 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.