Top Definition
Adjectuve. A ridiculously cute female that a man feels instant attraction to and wants to do bad things to.
Ya man. Looks so pettable I'd pet her brains out, till I die of heart attack, then come on face and belly
από 3APA3A 8 Απρίλιος 2011
1) adjective: refers to the irresistible urge to pet an object.
Robin Hood With The Cool Shades wears a pettable North Face jacket.
από anoosaP 18 Απρίλιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.