Top Definition
Activity that looks (to the casual observer) like work (or another task) but is not really all that productive, and in fact may be time wasting.

Is usually used this way: "phaffing around"
Eg "I'm just phaffing around, really."
or
"He looks busy but he's just phaffing around"
από Shelleys 23 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×