Top Definition
A small animal owned by Fusen
" I'm pherk and Fusen owns me :( "
από Fusen 5 Απρίλιος 2003
2 more definitions
A small fury, smelly creature. Often found is poorly funded countrys.
από tork 6 Αύγουστος 2003
a ugly little duckling
"the pherk running around in the pond isn't treated very well"
από precautious 20 Ιούλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×