Top Definition
An appendage of dubious or unknown quality or origin.
"When I touched that buffarilla I couldn't tell what was down there, probably a butt-plug or some other phesterus."
#wart #ulcer #open sore #3rd finger #gangreen #bad protoplasm
από Ivan Johnson 13 Νοέμβριος 2006
6 Words related to phesterus
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×