Top Definition
to please one, to stimulate, oral sex
phiphalate me in bed, in the street in the toilet wherever you want
από Liz H 23 Αύγουστος 2006
5 Words related to phiphalate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×