Top Definition
Someone who loves to talk on da phone
Steve has been on the phone for three hours he really got a phone jones
από dogmeatz 18 Ιανουάριος 2008
1 more definition
A late night phone conversation with someone you're attracted to romantically and/or intimately.
I used to phone jones with Mike, but he's seeing someone else now. I miss his voice.
από Kee_Th 12 Φεβρουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×