Top Definition
Verb, meaning to destroy, hit, hurtor any other meaning that would signify to hurt someone or something.

Dude, you just got phwaloped!

I'm about to phwalope you!
#hurt #hit #destroy #beat #injure #punch #disfigure #assualt
από Nelson Machado 27 Αύγουστος 2008
8 Words related to phwalope
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×