Top Definition
1. the male genitals
2. term of endearment for male genitals
1. Check out the pickly wick on that guy
2. I fiddle my pickly wick at least 3 times a week
3. David has the most gorgeous pickly wick
από TricksterG 4 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×