Used widely in slavic languages.
With this term, user expresses general content with him self after he or she manages to get through some difficult, tiresome times.
John was hunting in the woods all day. When he comes home, he says: "Pikpok".
από Tom Shield 1 Δεκέμβριος 2009

5 Words Related to pikpok

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×