Top Definition
a form of sex when an old man is having sexual intercoarse with a young woman.
im an old man who is 96 and i have sex with someone or something that is 10!! this is pincopple.
από dave paz 6 Δεκέμβριος 2007
5 Words related to pincopple

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×