Top Definition
a sexy or above average looking female.
"yo', would you pipe her?"
"is she pipage?"
"hell yeah nigga'!"
"alright then she'll get piped"
από ccc7777777 17 Φεβρουάριος 2009
(Noun) The act of smoking marijuana out of a pipe.
Pipage anyone?
από Han D. Kapp 2 Φεβρουάριος 2004
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×