Top Definition
to stop a fight. to put out a fire. it's a win, win. ur relieving youreself and putting out a fire. (while camping usually)
person 1: 'this fight is so stupid.'
person 2: 'u no what u must do.'
person 1: 'i no, i no, i'll go piss on the fire.'
από hyper_chicky 25 Οκτώβριος 2008
5 Words related to piss on the fire

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×