noun: luck
That shot was total piss.
από Alfanug 1 Απρίλιος 2004
Piss is a slang term for Heroine
he works his ass of for piss.
από flizer 17 Ιούνιος 2005
a friend/"homie" that is cool.
jimmy-yo wut up piss
bob-chillin piss just chillin
από jhon mcgath 21 Φεβρουάριος 2004
A vulgar way of saying pee.
Bob: I just pissed my pants bro!
από KingOfPotatoes 12 Μάιος 2016
Keystone Light or Natural Light, cheap beer outside of Busch, usually consumed by the mentally ill, frat boys, and homosexuals
Hey buddy let's go get a 30 pack of piss and have sex tonight.
από smalldick96 24 Ιούνιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×