Top Definition
Having to urinate very badly but being unable to no matter how hard you try.
The guy next to me at the urinals kept looking at my dong which caused severe pisstipation.
από A tortured soul 14 Απρίλιος 2006
5 Words related to pisstipation

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×