Top Definition
1. (verb) Smelling your armpits to make sure they don't smell bad.
2. (noun) An instance of pit checking.
1. *sniff* What's that smell? Pit checking time!
2. Man, I just did a pit check, my pits stink!
από kikanjuuneko 29 Σεπτέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.