Top Definition
n. Cargo for airplanes. Cargo generally refers to transport of goods by sea or air. However, neither of these involve the use of cars. See shipgo.
The cargo goes in the car and the planego goes in the plane.

"Get that planego on the plane and let's get outa here!"
από sneaky tiki 6 Αύγουστος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×