Top Definition
The act of masturbating after a night (or day) of severe drinking.
dude a: Got so wasted last night, went back to my place, got to plasterbating promptly.

dude b: Did your girlfriend watch again?
από hammerbeard 13 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×