1. A male sex organ, normally erect, that is to be thrust into any warm oraphace.
Please, let me fondle your pleasure stick!
από j 7 Φεβρουάριος 2004
The male penis, when erect. It gains it's name from the pleasuring feeling recieved when a female rubs it.
Jasmin strocked my pleasure stick last night.
από Madi Donnely 16 Ιούνιος 2009
a long, ribbed, undulating, pulsating stck of stinky rubber
"all the the cow wanted was my quivering 10 inch pleasure stick"
από mr pleasure stick 2 Απρίλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×