Top Definition
A fraternity or sorority member than preys on pledges for sexual favors, especially freshmen.
Bro, that frat boy is such a pledge-o-phile!
#pledgeophile #pledgophile #bro #frat #brosef
από Pharaca 13 Απρίλιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×