Finnish slang word, meaning that after having too much alcohol one becomes to be "pleksit"
"Meitsi oli eilen ihan pleksit ja sammuin lopuks kaverin sohvalle"
"Yesterday I was totally pleksit, passing out finally onto my friends couch"
από DictatorOfVähäkyrö 21 Μάρτιος 2005

2 Words Related to pleksit

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×