Top Definition
(n.) plEh-muh-nee

An internal combustion of laughter. It is what occurs when one cannot stop laughing or giggling about something.
The other day, this old man made an inappropriate joke and I had a plemany.
από Mr. H-A-R-T 28 Μάιος 2008
5 Words related to plemany

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×