Top Definition
verb, to pleus - the accidental capitalization of text, usually resulting from leaving the caps lock on
Thinking that Brian was shouting at him, Andy was offended by Brian's pleusing in an email.
#capitalization #shouting #english #all caps #caps lock #chat #instant messenger #irritating
από Broadmoor 5 Φεβρουάριος 2010
an unsucessful attept at swamp monster hunting.
Orgin: scone minister viv.
today was such a pleu.
από Cr@zYRiL 8 Σεπτέμβριος 2003
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×