Top Definition
To be perplexed, To be confused
"Man...I'm totaly plexed."
από Mike Slavko 18 Ιανουάριος 2004
1 more definition
Plexed is a community of gay (and bisexual/confused/..straight?) youth who chat and that.
Do you use plexed? It's a great site for gay teens.
από SeanArronD 15 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×