Top Definition
Adj. to be superfluously or exageratedly chipper. To be over-excited about sth. Derogative in most circumstances.
E.g. "Look at him, he's far too plikky for this time of the morning!"
από McL33t 7 Μάρτιος 2008
6 Words related to plikky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.