Top Definition
the act of limping to avoid the sides of your butt cheeks from touching after taking a spicy crap.
Man! after eating that spicy chicken sandwich, I plimped around for the next couple hours.
από plimp slapper 9 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×