Top Definition
The act of pimping primarily fat or obese (blimp like) prostitutes.
That is one whale of aho; her pimp must be plimpin.
από yarx 8 Οκτώβριος 2009
a pimp and playa merged into one, also known as a david.
"david, those shoes are fully plimpin"
από ryan 11 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.