Top Definition
to engage in sexual intercourse in the missionary position while holding the woman's legs like the handles of a plow.
I was plowing the field last night with Betty.
από Kahn Iceay 14 Ιούλιος 2010
1 Word related to plowing the field

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×