Top Definition
A homeschooled male with a highly developed guilt complex. Generally very self-conscious about his penis size. This nickname has it's origins in the sandpits of Fort Benning, where plumblefucks are most likely to be found.
Hey plumblefuck, go make sammich.
από Plumblefuck 11 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×