when a person jumps from a height of minimum 2 stories
Levi told Jeff to plummet when he broke the overhead in chem. class.
από the Chemistry kid 6 Μάιος 2004
to fall from a high level or position
Prices have plummeted.
από English_dictionary 5 Ιανουάριος 2013
to fall really fast straight down
susie just plummeted off that building and is laying in a bloody mass over there
από SN 4 Αύγουστος 2003
jumping into the creek from a rope and yelling plummet! at the same time
1..2..3..PLUMMET! *splashhhh*
από ReneeIsMe 21 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×