Top Definition
To fuck a plumper. What a hogger or fat bagger does with a fat chick. To bed a lardass.
Greg did the old plumpfuck with an enormous sophomore last weekend. She had an immense ass.
από PMax 15 Μάρτιος 2008
1 more definition
An annoying little fat person who you want to beat up.
"Shut up you damn plumpfuck."
από Charlie Murphy 10 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×